31 Ιουλίου 2015

Ιδρωμένα μεσημέρια

Iδρωμένα μεσημέρια  | Mikros Daktilios
Nα ξέρεις να χτυπάς. Το κεφάλι σου στον τοίχο, τον ίδιο τον τοίχο, το χέρι στο τραπέζι, τα αυγά για το κεϊκ, τον καφέ
και μετά ξανά, το κεφάλι σου στον τοίχο, τον τοίχο στο χέρι, το τραπέζι στα αυγά, το κεϊκ στον καφέ
και μετά ξανά το κεφάλι στο χέρι, τον τοίχο στο τραπέζι, τα αυγά στον καφέ, το κεϊκ στο κεφάλι σου.
Μάθε να χτυπάς κάτι, πολλά, και μετά άρχισε να τα χτυπάς όλα μαζί, ή και διαφορετικά. Χτυπάς αυγά και φτιάχνεις κεϊκ, χτυπάς τοίχο και κάνεις τρύπα, χτυπάς τραπέζι και κάνεις θόρυβο, χτυπάς καφέ και κάνεις κεφάλι.
Kαι να χτυπάς την πόρτα όταν φεύγεις. Να σιγουρεύονται όλοι πως έφυγες και η πόρτα έκλεισε. Και την πόρτα του μπάνιου. Όσο ακόμα έχουμε πόρτες στο μπάνιο γιατι η πόρτα της κουζίνας καταργήθηκε.
Και τώρα το μόνο που έμεινε να χτυπάς στην κουζίνα είναι τα ντουλάπια, ή μάλλον ούτε αυτά αφου καταργήθηκαν από τους μηχανισμούς στήριξης, άρα; χτύπα κεϊκ και μετά χτύπα το κεφάλι σου στον τοίχο ή τα αυγά στον τοίχο και πήγαινε να χτυπήσεις την άτιμη την πόρτα του μπάνιου που βαράει από τον άερα ώστε να καταλήξεις να χτυπάς τα πόδια σου στο παρκέ του υπνοδωματίου. Αφού τα χτυπήσεις όλα πήγαινε να ξαπλώσεις στο μωσαϊκό του σαλονιού.

Τα χτυπημένα αυγά στην κουζίνα γίναν άσπρα και πηχτά. Ο τοίχος από το χτύπημα είχε αναπτύξει θερμοκρασία και έτσι τα χτυπημένα αυγά μέχρι να γλιστρήσουν στο πάτωμα γίναν άσπρα.

Χτύπα και κανα κουδούνι τις δύσκολες ώρες, τις μεσημεριανές. Οι περισσότεροι κοιμούνται σαν απανθρακωμένοι. Άκαμπτοι, περιμένουν το χρόνο να περάσει από πάνω τους και όταν σηκωθούν να βρουν δροσιά και ευλύγιστα κορμιά. Δύσκολα τα μεσημέρια για τα σπίτια που τους λείπει η πόρτα της κουζίνας.

22 Ιουλίου 2015

MΠλε, ΜΠοξ, ΜΠουρμπουληθρες

blue | yves klein, 1957
Tα καλύτερα ταξίδια είναι αυτά που ξεκινούν σε κάποια μπλε ώρα. Τότε που είναι σα να φεύγεις από κάπου, μυστικά και γρήγορα και, μετά σα να φτάνεις κάπου για πάντα. Όσο τα μάτια ανοίγουν, ελαφρώς, βλέπουν τις γραμμές του δρόμου να φωτίζονται και τις σκιές του κάμπου να χάνονται, ανάμεσα σε κτίρια που ξεπηδάνε σιγά σιγά.
Η υπεροχή της Αθήνας σε σχέση με άλλες μικρότερες πόλεις είναι η έλλειψη ευγένειας. Ακριβώς.  Η πόλη αυτή έχει έλλειψη ευγένειας και αυτό την κάνει συμπαθή. 
Αυτή η ευγένεια μας κάνει μέτριους, χλιαρούς, απαθής, άοσμους και άχρωμους. Στην μεγάλη πόλη τίποτα δε γίνεται από ευγένεια. Πως να εκπαιδεύσεις τόσο κόσμο άλλωστε; Ανέχεται ο ένας την παρουσία του άλλου, τη δυσωδία του αλλά αφήνεται ελεύθερος να δείξει αυτήν την ανέχεια. Δεν χτυπιέται όλη μέρα σε ανούσιες χειρονομίες καλής συμπεριφορές, διοχετεύει όλη του την βία παίζοντας σε χαμηλής έντασης αγώνες μποξ με όλους, ώστε να γυρίσει το βράδυ σπίτι απελευθερωμένος από όλα. Κέρδισε ακόμα μια μέρα ειλικρινής ανέχειας.
Παίζουν μποξ οι άνθρωποι και αναμετρώνται, στις ανάσες, στις γροθιές, στην αντοχή. Αναμετρώνται και ψηλώνουν οι ψυχές τους. Κάθε φορά που ξεσκίζουν τη σάρκα του αλλου και γεύονται την αλμύρα του αίματος ψηλώνουν γιατί στο τέλος μένουν γυμνοι με μια ελάχιστη ανάσα, σχεδόν κομμένη. Όσο κομμένη χρειάζεται για να μείνει μόνο η πραγματική ανέχεια του εαυτού για τον εαυτό. Τότε που φυσάς και ξεφυσάς και ενώ το οξυγόνο δε φτάνει τα πνευμόνια φουσκώνουν, δεν έχεις πια με τι άλλο να αναμετρηθείς εκτός από την απόλαυση της ειλικρινής βίας η οποία έχει αποβάλει κάθετι ευγενές.
Αυτοί οι άνθρωποι κάθονται το πρωί στα σκαλιά κάποιας μονοκατοικίας και φυσάνε σαπουνόφουσκες. Με στόματα ματωμένα, χέρια σκασμένα και μάτια λαμπερά. Μεγάλες ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες μέσα στις οποίες μπαίνουν περαστικοί και σκάνε στον αέρα. Πόσο έυκολα φυσάς μια σαπουνόφουσκα και αυτή πόσο εύκολα σκάει. Όπως οι μπουρμπουλήθρες από το κεφάλι που βουτάει στη θάλασσα. Ένα κεφάλι που βουτάει, οι μπουρμπουλήθρες που το γαργαλάνε και μετά ο ελάχιστος χρόνος αντοχής μέσα στο νερό. Προλαβαίνει από το πίσω μέρος του εγκεφάλου να έρθουν με βίαιο τρόπο στο μπροστά κομμάτι του κρανίου ελάχιστες εικόνες και τότε δεν αρχίζει το μποξ αλλά η αναμέτρηση της επιβίωσης. Μπουρμπουλήθρες ή ανάσα.