6 Αυγούστου 2015

Άνθρωποι τσιμπιδάκια

Έβγαζε μανιωδώς τα φρύδια της. Ενίοτε και κάτι ψιλά από τις γάμπες, ή από το πηγούνι, ή από όπου έβλεπε μικρές εκνευριστικές τριχες. Κάποιες φορές μάτωνε και δημιουργούσε μικρά μελανώματα αλλά δεν πείραζε. Μετά από κάθε χρήση το έκαιγε στην άκρη ώστε να το απολυμάνει. Το πετούσε στην τσάντα για τη δουλειά, την παραλία, στο νεσεσερ, μέσα στο συρταράκι του δωματίου, όπου. Πάντα ήταν χρήσιμο και πάντα το έχανε.

Την παρατηρούσα να το ψάχνει απελπισμένα. Λες και αυτή η τρίχα στο αριστερό φρύδι θα μεγάλωνε μέσα σε ένα 24ωρο και θα της κάλυπτε όλο το πρόσωπο και ίσως να της έσπαγε και τα δόντια. Έπρεπε να βγει. Τώρα. Μία τρίχα της χαλούσε όλη την εικόνα.

Και όπως τη χάζευα να βγάζει κάτω από την λάμπα του μπάνιου αυτή τη μία τρίχα το είδα. Το τσιμπιδάκι με ένα κεφάλι στην άκρη του, ανθρώπινο. Και έτσι θυμήθηκα τους ανθρώπους τσιμπιδάκια. Βγάζουν ένα πράγμα τη φορά, αλλά κάνει την διαφορά. Ένα τη φορά. Και εσύ τους καλείς για αυτό το ένα. Όχι παραπάνω. Στην αρχή είναι για ένα και μοναδικό, μετά όμως γίνονται για ένα και επαναλαμβανόμενο. Όπως οι τρίχες στη γάμπα. Άλλο να βγάζεις μια τρίχα στο φρύδι και άλλο να προσπαθείς να βγάλεις όλη την γάμπα. Χώνονται σε μία τσάντα και εμφανίζονται ώστε να βοηθήσουν να βγει το τριχόφρυδο και μετά σου λένε πως βγάζουν και τριχόγαμπο. Και αφού εσύ δεν αποφασίζεις ανάμεσα σε ξυραφάκι ή κερί -έντιμα και όλα μαζί- βολεύεσαι στο ένα τη φορά και αγνοείς τα αιματώματα.

Οι άνθρωποι τσιμπιδάκια έχουν και άλλο χαρακτηριστικό, το άνοιγμα τους είναι δυσανάλογο των διαστάσεων τους. Δεν μπορούν. Περιορισμένοι. Κλειστοί. Το ανοιγμά τους συγκεκριμένο, μετά σπάνε. Δεν αντέχουν άλλο. Σχεδιασμένοι να πιάνουν ένα, προορισμένοι να μπορούν μόνο αυτό. Αρματομένοι από σίδερο, να μοιάζουν αιώνιοι, αλλά τους τρώει η υγρασία του μπάνιου αφού εκεί μόνο έχει καλό φωτισμό να βγάλεις αυτό το ένα τριχόφρυδο. Και ας μπηκε σίδερο η υγρασία τα νικάει όλα και τα σκουριάζει. Αλλά ακόμα και τότε μπορεί να του δώσεις μια ευκαιρία και να του πεις «έλα σε παρακαλώ να μου βγάλεις το φρύδι» και ελπίζεις να μη βγει το μάτι


1 Αυγούστου 2015

Η κόκκινη μύτη

Η κόκκινη μύτη | Μικρος Δακτύλιος







































Η Λου κατεβαίνει στο πλατύσκαλο να ανοίξει στον Μορ την πόρτα ενώ φορά την κόκκινη μύτη. Η πατούσα πατάει με αστάθεια στο μωσαϊκό. Ουφ! Τι δύσκολη μέρα
Βουτά το κολοκυθάκι στο τζατζίκι και επιδεικτικά το πασαλείβει στη μούρη της. Τον κλωτσάει στο καλάμι, αυτός θυμώνει και ξανα φορά την κόκκινη μύτη. Ουφ! Τι κουραστικά αυτά τα οικογενειακα τραπέζια. Πάλι η θεία σου με κοιτάει με στραβό μάτι και ο μπαμπάς σου προσπαθεί να πει κάποιο αστείο ώστε να σταματήσουν να κοιτάνε την κόκκινη μύτη μου.

Η Λου οδηγεί τον Μορ σε ένα από τα έφτά πατάρια του σπιτιού και τον ανεβάζει σχεδόν σπρώχνοντάς τον από τον κώλο. Του βγάζει το παντελόνι και τον σπρώχνει να φτάσει στο πατάρι. Ο Μορ μπαίνει και ανεβάζει την Λου από τα μαλλιά. Μπαίνει και η Λου και βγάζει από την τσέπη της μια κόκκινη μύτη. Πάλι; την ρωτά ο Μορ /// Τι; τον ρωτά η Λου /// Πάλι; /// Τι; /// Πάλι; Τι; Πάλι; Τι;// η Λου τον χτυπάει στη μύτη. Ορίστε. Πάλι. Θες πάλι; Τι θες πάλι; Πάλι θες, ε, πάλι ε;

Από το πατάρι έβλεπαν την ατομική αποχέτευση του απέναντι σπιτιου. Μορ, θες να φτιάξουμε και εμείς ατομικές αποχετεύσεις; Θα έχεις μία εσύ και μία εγώ. Έτσι θα ξέρουμε ακριβώς τι βάζει και τι βγάζει ο καθένας μας. Αφού δεν τρώμε μαζί δεν είναι ανακριβές να πάνε όλα σε μία αποχέτευση;/// Ναι, αλλά θα έχουμε δύο τουαλέτες, αντικρυστά η μία από την άλλη και κάθε φορά θα φοράς την κόκκινη μύτη/// δε γίνετε /// θα έχουμε ξεχωριστές και ατομικές αποχετεύσεις όμως /// όχι, δε θέλω ατομικές αποχετεύσεις /// θα κατέβουμε από το πατάρι; θα σε κατεβάσω πάλι από τα μαλλιά και εσύ μετά θα κρατάς τα πόδια μου /// Μορ, ξερίζωσες όλα μου τα μαλλιά, θα βάλω την κόκκινη μύτη και θα προσγειωθώ πάνω της και μετά θα δέσω το παντελόνι σου από τους τοίχους και θα προσπαθήσεις να βουτήξεις μέσα και έτσι θα σε συγκρατήσει ο καβάλος /// θα πονέσω /// εμένα η μύτη μου είναι στρογγυλή, μαλάκή και κόκκινη

31 Ιουλίου 2015

Ιδρωμένα μεσημέρια

Iδρωμένα μεσημέρια  | Mikros Daktilios
Nα ξέρεις να χτυπάς. Το κεφάλι σου στον τοίχο, τον ίδιο τον τοίχο, το χέρι στο τραπέζι, τα αυγά για το κεϊκ, τον καφέ
και μετά ξανά, το κεφάλι σου στον τοίχο, τον τοίχο στο χέρι, το τραπέζι στα αυγά, το κεϊκ στον καφέ
και μετά ξανά το κεφάλι στο χέρι, τον τοίχο στο τραπέζι, τα αυγά στον καφέ, το κεϊκ στο κεφάλι σου.
Μάθε να χτυπάς κάτι, πολλά, και μετά άρχισε να τα χτυπάς όλα μαζί, ή και διαφορετικά. Χτυπάς αυγά και φτιάχνεις κεϊκ, χτυπάς τοίχο και κάνεις τρύπα, χτυπάς τραπέζι και κάνεις θόρυβο, χτυπάς καφέ και κάνεις κεφάλι.
Kαι να χτυπάς την πόρτα όταν φεύγεις. Να σιγουρεύονται όλοι πως έφυγες και η πόρτα έκλεισε. Και την πόρτα του μπάνιου. Όσο ακόμα έχουμε πόρτες στο μπάνιο γιατι η πόρτα της κουζίνας καταργήθηκε.
Και τώρα το μόνο που έμεινε να χτυπάς στην κουζίνα είναι τα ντουλάπια, ή μάλλον ούτε αυτά αφου καταργήθηκαν από τους μηχανισμούς στήριξης, άρα; χτύπα κεϊκ και μετά χτύπα το κεφάλι σου στον τοίχο ή τα αυγά στον τοίχο και πήγαινε να χτυπήσεις την άτιμη την πόρτα του μπάνιου που βαράει από τον άερα ώστε να καταλήξεις να χτυπάς τα πόδια σου στο παρκέ του υπνοδωματίου. Αφού τα χτυπήσεις όλα πήγαινε να ξαπλώσεις στο μωσαϊκό του σαλονιού.

Τα χτυπημένα αυγά στην κουζίνα γίναν άσπρα και πηχτά. Ο τοίχος από το χτύπημα είχε αναπτύξει θερμοκρασία και έτσι τα χτυπημένα αυγά μέχρι να γλιστρήσουν στο πάτωμα γίναν άσπρα.

Χτύπα και κανα κουδούνι τις δύσκολες ώρες, τις μεσημεριανές. Οι περισσότεροι κοιμούνται σαν απανθρακωμένοι. Άκαμπτοι, περιμένουν το χρόνο να περάσει από πάνω τους και όταν σηκωθούν να βρουν δροσιά και ευλύγιστα κορμιά. Δύσκολα τα μεσημέρια για τα σπίτια που τους λείπει η πόρτα της κουζίνας.

22 Ιουλίου 2015

MΠλε, ΜΠοξ, ΜΠουρμπουληθρες

blue | yves klein, 1957
Tα καλύτερα ταξίδια είναι αυτά που ξεκινούν σε κάποια μπλε ώρα. Τότε που είναι σα να φεύγεις από κάπου, μυστικά και γρήγορα και, μετά σα να φτάνεις κάπου για πάντα. Όσο τα μάτια ανοίγουν, ελαφρώς, βλέπουν τις γραμμές του δρόμου να φωτίζονται και τις σκιές του κάμπου να χάνονται, ανάμεσα σε κτίρια που ξεπηδάνε σιγά σιγά.
Η υπεροχή της Αθήνας σε σχέση με άλλες μικρότερες πόλεις είναι η έλλειψη ευγένειας. Ακριβώς.  Η πόλη αυτή έχει έλλειψη ευγένειας και αυτό την κάνει συμπαθή. 
Αυτή η ευγένεια μας κάνει μέτριους, χλιαρούς, απαθής, άοσμους και άχρωμους. Στην μεγάλη πόλη τίποτα δε γίνεται από ευγένεια. Πως να εκπαιδεύσεις τόσο κόσμο άλλωστε; Ανέχεται ο ένας την παρουσία του άλλου, τη δυσωδία του αλλά αφήνεται ελεύθερος να δείξει αυτήν την ανέχεια. Δεν χτυπιέται όλη μέρα σε ανούσιες χειρονομίες καλής συμπεριφορές, διοχετεύει όλη του την βία παίζοντας σε χαμηλής έντασης αγώνες μποξ με όλους, ώστε να γυρίσει το βράδυ σπίτι απελευθερωμένος από όλα. Κέρδισε ακόμα μια μέρα ειλικρινής ανέχειας.
Παίζουν μποξ οι άνθρωποι και αναμετρώνται, στις ανάσες, στις γροθιές, στην αντοχή. Αναμετρώνται και ψηλώνουν οι ψυχές τους. Κάθε φορά που ξεσκίζουν τη σάρκα του αλλου και γεύονται την αλμύρα του αίματος ψηλώνουν γιατί στο τέλος μένουν γυμνοι με μια ελάχιστη ανάσα, σχεδόν κομμένη. Όσο κομμένη χρειάζεται για να μείνει μόνο η πραγματική ανέχεια του εαυτού για τον εαυτό. Τότε που φυσάς και ξεφυσάς και ενώ το οξυγόνο δε φτάνει τα πνευμόνια φουσκώνουν, δεν έχεις πια με τι άλλο να αναμετρηθείς εκτός από την απόλαυση της ειλικρινής βίας η οποία έχει αποβάλει κάθετι ευγενές.
Αυτοί οι άνθρωποι κάθονται το πρωί στα σκαλιά κάποιας μονοκατοικίας και φυσάνε σαπουνόφουσκες. Με στόματα ματωμένα, χέρια σκασμένα και μάτια λαμπερά. Μεγάλες ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες μέσα στις οποίες μπαίνουν περαστικοί και σκάνε στον αέρα. Πόσο έυκολα φυσάς μια σαπουνόφουσκα και αυτή πόσο εύκολα σκάει. Όπως οι μπουρμπουλήθρες από το κεφάλι που βουτάει στη θάλασσα. Ένα κεφάλι που βουτάει, οι μπουρμπουλήθρες που το γαργαλάνε και μετά ο ελάχιστος χρόνος αντοχής μέσα στο νερό. Προλαβαίνει από το πίσω μέρος του εγκεφάλου να έρθουν με βίαιο τρόπο στο μπροστά κομμάτι του κρανίου ελάχιστες εικόνες και τότε δεν αρχίζει το μποξ αλλά η αναμέτρηση της επιβίωσης. Μπουρμπουλήθρες ή ανάσα. 


10 Οκτωβρίου 2014

Not so close


Και να’μαστε πάλι στο σημείο όπου διαβάζω Άρλεκιν στην τουαλέτα για να αποφύγω τη σκέψη μου. Διαβάζω για την ιστορία της τσιτάνας, σε κακή μετάφραση από Αγγλικα, που είχε ήδη μεταφρασθει από Ισπανικά.
Για την ακρίβεια δε θέλω να αποφύγω την σκέψη μου, αλλά τη σαδιστική μου επιθυμία, να σε βασανίσω ώστε μετά να σε περιθάλψω, να σε φροντίσω.
Να σου χτυπήσω το κεφάλι τόσο δυνατά που μετά να κάθομαι να σε κοιτάω ενώ αναπνέεις και σου περιποιούμαι τα τραύματα. Όπως εκείνο, σε εκείνο το βιβλίο. Δύο μέρες κράτησε. Δεν κατάλαβε για πότε την έριξε πάνω στο τραπέζι.
Ξανα έρχομαι με σαδισμό αυτή τη φορά-ως προς εσένα- ενώ άλλοτε με μαζωχισμό-πάλι ως προς εσένα.

Αυτό το σημείο όπου ο απόλυτος βασανισμός σου θα φέρει το σημείο λύτρωσης, κάθαρσης και για τους δύο. Ακόμα όμως δεν ξέρω πως θέλω να σε βασανίσω. Με ποιον τρόπο θέλω να ηδονιστώ. Μετά σκέφτομαι να σε αφησώ χωρίς νερό.
Να διψάς τόσο που τα υγρά του κορμίου μου να είναι στοιχείο επιβίωσης. Να με ρουφάς από ανάγκη, από ηδονή, από μίσος, από όλα μαζί.

Μετά να σε αφήσω χωρίς τροφή. Τα δόντια σου να έρχονται σε επαφή μόνο με το κορμί μου, το δέρμα μου και να αφήσεις κάθε ένστικτο επιβίωσης. Έχεις μόνο εμένα. Τι θα κάνεις άραγε. Πεινάς.

Αλλά σε κάθε περίπτωση θέλω να έρθω φορώντας τις κάλτσες μου. Εκείνες τις βαμβαρικές με την δαντέλα στο τελείωμα. Που πάνω τους έχουν κόκκινες φράουλες.


30 Σεπτεμβρίου 2014

Κορκορο

Που σημαίνει ελεύθερος. 
που σημαίνει περιπλανώμενος. 
που περιπλανώμενος είναι ελεύθερος.

Τικ,τακ/ τικ,τακ/ τικ,τακ
Σύστημα dolby surround


Λαϊκή Αγορά

Για ένα πράγμα είμαστε τελικά σίγουροι.
Πως ό,τι γεννιέται, πεθαίνει. Και αυτή η διαπίστωση είναι τόσο ανακουφιστική. Αψεγάδιαστη και ολοκληρωτική. Ποιός μπορεί να διαφωνίσει, ή να αποδείξει το αντίθετο;
Κάποια στιγμή έρχεται ο θάνατος. Μπορούμε να ισχυριστούμε οτι υπάρχει ανάσταση ή και όχι. Αλλά ο θάνατος είναι ένας και είναι σίγουρος.

Έτσι λοιπόν επέστρεψα, ώστε αυτήν την φορά να νιώσω να γλύφεις τις πληγές μου. Να νιώσεις αυτή την γεύση από αίμα. Η τελευταία μας συνάντηση ήταν τόσο βίαιη. Κάθε φορά που το δέρμα τραβιόταν, ξανά ανοιγαν και αυτό το κοκκινωπό, αραιό υγρό εμφανιζόταν ξανά.

Έφυγε η καύλα από το αιδοίο και απλώθηκε στο δέρμα. Ο ήλιος καίει το δέρμα και μαζί με αυτό καίγεται και η καύλα. Τώρα ανυπομονώ μόνο να γλύψεις το δέρμα μου. Με τις ώρες, μέχρι το στόμα σου να νιώθει μόνο αίμα. Καθώς μόνο αυτό έχει μείνει από εμένα. Σάρκα και αίμα. Δε θα μπορούσα να είμαι πιο γυμνή. Πιο αληθινή.
  Ξύπνησα πάλι, από κάποιους περίεργους λιγμούς. Ιδρωμένο και ερεθισμένο κορμί. Από το παράθυρο ακουγόταν η λαϊκή. Φωνές και ένας κατάλογος από φρούτα και ψάρια. Σκεφτόμουν να περπατάω ξυπόλητη στη λιωμένη πραμάτεια τους,το μεσημέρι. Όσο ακόμα βρέχει με ήλιο. Φώναζαν για πεπόνια και σκέφτηκα πως μόλις μπήκε το φθινόπωρο. Πεπόνια τέλος. 
Ποια βυζαρού άραγε περνούσε;