28 Δεκεμβρίου 2010

Λίγο πριν την καταιγίδα

Ήταν οι πρώτες σταγόνες που έκαναν τους υπονόμους να γεμίσουν και να πλημμυρίσουν.
Αρουραίοι έτρεξαν στην πόλη, ενώ γάτες άρρωστες άρχισαν να κυνηγούν τα θηράματα τους.
Γριές ανασήκωσαν τα φουστάνια τους για να μη βραχούν ενώ έντομα καθόντουσαν στα μαλλιά τους. Τα αμάξια ακινητοποιήθηκαν περιμένοντας σωστικά μέσα. 
Ένας ζητιάνος μετακινήθηκε στο περβάζι του απέναντι εργοστασίου και συνέχισε να παίζει γκάιντα. Ήταν μόλις οι πρώτες σταγόνες.
Η βροχή σταμάτησε πριν καλά αρχίσει και όλα έμειναν παγωμένα και ξεφτιλισμένα. Η γριά έμεινε με τη φούστα ψηλά, οι οδηγοί με τα χέρια στο τιμόνι και ο ζητιάνος συνέχιζε να παίζει. Αρουραίοι και γάτες χάθηκαν στα στενά των δρόμων.

24 Μαρτίου 2010

Αγαπητε Άλκη,

Αυτά μου είπε η Ρένα.Πως ήθελε να φύγει λέει.Δεν έφταιγες εσύ.Κανείς δηλαδή δεν έφταιγε,αλλά έτσι είχαν τα πράγματα.Ήταν αυτος ο μεγάλος δρόμος που την έκανε να θέλει να τρέξει μαζί του εκεί που τελειώνει ή εκεί που ξεκινάει.Άλλωστε πάντα η Ρένα μπέρδευε την αρχή με το τέλος.Έτσι είπε έκανε και με σας.Εσύ πιστεύεις πως τώρα τελειώσατε αλλά αυτή πιστεύει πως αυτή είναι η αρχή.Ξέρεις πόσο πεισματάρα είναι.
Ετοίμασε τη βαλίτσα της.Μια μικρή δηλαδή.Έβαλε εκείνο το γαλάζιο μαντίλι στο λευκό λαιμό της,φόρεσε τα γυαλιά της,το αγαπημένο της τζιν και ένα λευκό μπλουζάκι ,μπήκε στον αλήτη,έβαλε πρώτη,μου χαμογέλασε,την έβγαλα φωτογραφία,ξέρεις πόσο της άρεσε να στήνεται στο φακό με βλέμμα όλο υποσχέσεις,και έφυγε.
Μετά σταμάτησε σε ένα βενζινάδικο,γέμισε τον αλήτη,πήρε έναν καφέ χωρίς καφεϊνη, αγόρασε και έναν καινούριο χάρτη μαζί με ένα πράσινο στυλό και πήρε πάλι το δρόμο.
Αυτά μου είπε η Ρένα.
Τώρα ξεκινάνε όλα.

23 Μαρτίου 2010

Αγαπητέ Τζιμ,

Έτσι ήταν η Αννα. Μην ψάχνεις να βρεις απαντήσεις.Έτσι ήταν.Τίποτα δε θα την άλλαζε,όπως και δεν την άλλαξε. Έτσι ήταν αυτή.
Μπερδεμένη και γεμάτη απορίες. Χαζές απορίες, που όταν τις εξέφραζε γελούσε μόνη της.
Δεν ήξερε να σου πει ποιο ήταν το σχέδιο ,αλλά πάντα είχε ένα σχέδιο. Μπορεί να σου μιλούσε για αυτό, ώρες ατελείωτες και εσύ να νόμιζες πως καταλαβαίνεις και πως θα τη βοηθούσες και όλας. Μα αυτή ήξερε τι έκανε. Απλά σε έβαζε να παίξεις μαζί της, για να μη βαρίεται.Αυτή είχε καταλήξει στο τι θα κάνει και ας μην ήξερε τι ήταν αυτό. Ήξερε όμως πως αυτό δε σε περιελάμβανε και πως εσύ ήσουν,απλά, το μέσο.
Έτσι ήταν η Άννα. Της έλεγες πήδα και αυτή ανέβαινε πιο ψηλά μέχρι που της έλεγες να κατέβει. Και αυτή σου φώναζε :" Μα δε μου είπες να πηδήξω; Να μαι!τι θες να κατέβω;"
Και όταν κατέβαινε σου έλεγε γιατί την ανέβασες και πως τρόμαξε και τότε εσύ έμπαινες στο σχέδιο της. Την έπαιρνες αγκαλιά και της ζητούσες συγνώμη αλλά αυτή δεν άκουγε.Σε άφηνε να τη βλέπεις ευάλωτη και να δίνεις ό,τι μπορούσες για να την προστάψεις από εσένα.Αλλά δεν ήξερες πως αυτό το "εσένα" το είχε δημιουργήσει εκείνη.
Έτσι ήταν η Άννα.
Και τώρα έτσι είναι.Και ας μην μπορείς να την ακούσεις.Ας μην μπορεί να ανέβει ακόμα πιο ψηλά.Μόνο χαμηλά πηγαίνει πλέον.Και εσύ της απλώνεις το χέρι να την τραβήξεις και αυτή χαμογελάει ενώ σε τραβάει κάτω μαζί της.
Αχ,βλάκα Τζιμ,αχ ερωτευμένε Τζιμ.